Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

3) Διευκρινίσεις σε θέματα αποδεικτικού λόγου (συνέχεια)

9. Οι φαινομενικά αποδεικτικές παράγραφοι (στην περιγραφή και στην αφήγηση) -Οι λογοτέχνες

               Α) Σε αφηγηματικά κείμενα βρίσκουμε μερικές φορές οι συγγραφείς τους να έχουν συντάξει μια παράγραφό σαν να είναι αποδεικτική. Έχει θεματική πρόταση, έχει και αποδεικτικές, αλλά δεν καταλήγει σε συμπέρασμα/ κατακλείδα. Ή, ξαφνικά διακόπτουν την απόδειξη για να προσθέσουν μέσα στην παράγραφο κάτι αφηγηματικό, ή χρησιμοποιούν την παράγραφο για να μας μεταδώσουν κάτι που αισθάνθηκαν οι ίδιοι.. Η θεματική τους πρόταση, σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι ρητορική. Ας δούμε δυο παραδείγματα και τα σχόλια που μπορούμε να κάνουμε για τις παραγράφους τους:

Κείμενο Έλλης Αλεξίου, (η πέρδικα), απόσπασμα από διήγημά της
&1 Θεματική πρόταση:     Η πέρδικα ήταν ένα οντάριο, που μέσα του κυριαρχούσε ο φόβος.
&2 Αποδεικτικές 1:             Έπεφτε κανένα σκουπίδι από τις ταράτσες, κανένα ξύλο, κανένα κουρέλι τα έχανε. Έτρεχε δεξιά ζερβά σαστισμένο. Όταν άρχιζε  ψιχάλα η βροχή, ερχότανε σε απόγνωση.
( Διακοπή της απόδειξης):  Ευτυχώς η πηγάδα στον τοίχο χαμηλά έφτιαχνε μια προεξοχή. Την ανακάλυψε και πήγαινε κι απάγκιαζε από κάτω.
       Αποδεικτικές 2:            Όταν η γριά κρέμαγε τα στρωσίδια της στο παράθυρο για να τα
                                             Αερίσει, η δύσμοιρη πέρδικα βανότανε πάλι να χτυπιέται σαν
                                             βουρλισμένη. Το απότομα άνοιγμα του παραθυριού, τα πολύχρωμα
                                             χιράμια, οι χτύποι της ξεσκονίστρας απάνω τους τρέλαιναν ο ζωντανό.
► Η συγγραφέας «δανείζεται» εδώ, χρησιμοποιεί εδώ, τον τύπο 8 του αποδεικτικού λόγου, όχι για να αποδείξει ότι αυτή η πέρδικα ήταν ένα φοβισμένο οντάριο, αλλά για να μας αφηγηθεί κάτι. Εμείς ως αναγνώστες, που ξέρουμε ότι η πέρδικα είναι πάντοτε ένα φοβισμένο οντάριο, δεν ενδιαφερόμαστε να πειστούμε γι’ αυτό, αλλά να «ακούσουμε» τα όσα παραπέρα έχει να μας αφηγηθεί η συγγραφέας. Η θεματική πρόταση είναι ρητορική και η «αποδεικτική παράγραφος» είναι φαινομενικά αποδεικτική, ενώ ουσιαστικά είναι αφηγηματική. Το ότι η παράγραφος είναι φαινομενικά αποδεικτική προκύπτει και από ένα άλλο ουσιαστικό πράγμα: ξαφνικά η συγγραφέας διακόπτει την απόδειξη για να μας πει κάτι που έχει σχέση με την αφήγηση και όχι με την απόδειξη, να μας πει ότι «ευτυχώς η πηγάδα στον τοίχο χαμηλά έφτιαχνε μια προεξοχή. Την ανακάλυψε και πήγαινε κι απάγκιαζε από κάτω». Τέτοιες διακοπές, αφηγηματικής μορφής, δεν βρίσκουμε βέβαια σε έναν πραγματικά αποδεικτικό λόγο. Τις βρίσκουμε μόνον σε αφηγηματικό λόγο που χρησιμοποιεί τον αποδεικτικό τύπο 8 μόνο και μόνο για να αφηγηθεί και όχι να αποδείξει κάτι.

Κείμενο Τατιάνας Γκρίτση- Μιλλιέξ, Η πορεία (απόσπασμα)
&1 Θεματική πρόταση      Κι ήτανε κάτι αφάνταστο εκείνη η πορεία μέσα στη μαύρη νύχτα και         στην ψιλή βροχή .
      Αποδεικτικές                 Ένα δάσος που κινείται και καίεται από δαδιά, από κεριά, από αφάνες αναμμένες και τα κλάματα κι οι κραυγές των μανάδων που χάνανε τα παιδιά και μέσα σε κείνη τη φωτισμένη κόλαση να τα γυρεύουν, ενώ άλλοι βουλιάζανε μέσα στα ριζοτόπια του Τοματζλού κι άλλοι χάναν το δρόμο και το χέρι των δικών τους. Κι άκουγες σαν τα χαμένα αγρίμια να βγαίνουν ματωμένες από μέσα οι φωνές. Παναγή!! Νικόλα!! από κάτω . . . από δεξιά. . . μ’ ακούς, παιδί μου; Κι ερχότανε η ηχώ, όι . . . όι. . . μανίτσα.
► Κι εδώ η συγγραφέας χρησιμοποιεί τον αποδεικτικό τύπο 8 για να μας αφηγηθεί κάτι (κάτι
τραγικό από την Μικρασιατική καταστροφή). Δεν ενδιαφέρεται να μας αποδείξει κάτι, αλλά να
μας αφηγηθεί κάτι. Κι εμείς ως αναγνώστες δεν ενδιαφερόμαστε να μας αποδείξει ότι η πορεία
ήταν «αφάνταστη» - που βγαίνει βέβαια μέσα από όσα στη συνέχεια αφηγείται η συγγραφέας-
αλλά να δούμε τι συνέβηκε κατά τη Μικρασιατική καταστροφή. Στην παράγραφο αυτή, εξάλλου
, έχουμε αναμετάδοση συναισθήματος φρίκης και συγκίνησης. Η συγγραφέας, δηλαδή μας
μεταφέρει το δικό της συναίσθημα φρίκης και συγκίνησης από την πορεία αυτή και μας κάνει να
νιώσουμε κι εμείς το ίδιο: «Κι άκουγες σαν τα χαμένα αγρίμια να βγαίνουν ματωμένες από μέσα
οι φωνές. Παναγή!! Νικόλα!! από κάτω . . . από δεξιά. . . μ’ ακούς, παιδί μου; Κι ερχότανε η ηχώ,
όι . . . όι. . . μανίτσα». [1]
Β) στην περιγραφή:
Παράδειγμα :
Κείμενο της Ι. Παπαντωνίου, Περιγραφή της φορεσιάς Νύφη των Μεσογείων  (η &5)
&5 Τα κοσμήματα είναι πολλά. Το χρυσό επιμετώπιο κόσμημα και τρία επιστήθια κοσμήματα: το γιορντάνι, δηλαδή δικτυωτό πλέγμα από χρυσές χάντρες που καλύπτει το στήθος, το περιλαίμιο κόσμημα και το κορδόνι, που φοριέται πάνω από το γιορντάνι και αποτελείται από δέκα σειρές αλυσίδες με φλουριά.
► Εδώ η συγγραφέας για να περιγράψει κάτι χρησιμοποιεί τον αριθμητικό αποδεικτικό τύπο. Λέει ότι τα κοσμήματα είναι πολλά και από όσα αναφέρει μετά, βλέπουμε πράγματι ότι είναι πολλά (είναι τέσσερα). Δεν βγάζει συμπέρασμα που να επιβεβαιώνει τη θεματική της πρόταση, δεν λέει δηλαδή στο τέλος της παραγράφου «πράγματι, όπως βλέπουμε τα κοσμήματα είναι πολλά». Και δεν βγάζει συμπέρασμα γιατί ο σκοπός της είναι να μας περιγράψει κάτι και όχι να μας αποδείξει ότι έτσι έχουν τα πράγματα όπως τα λέει. Κι εμείς εξάλλου ως αναγνώστες, δεν ενδιαφερόμαστε για την απόδειξη, αλλά να μάθουμε ποια είναι αυτά τα κοσμήματα.
► Βέβαια, ένας σωστός λογοτέχνης συγγραφέας θα αποδείξει με όσα λέει στην παράγραφό του τη θεματική του πρόταση. Θα την αποδείξει χωρίς να βγάλει συμπέρασμα, γιατί κυρίως θέλει να μας αφηγηθεί ή να μας περιγράψει κάτι, και όχι να μας αποδείξει κάτι.
► ► Γενικά: Ο λόγος είναι ενιαίος. Τον χωρίζουμε σε αφήγηση, σε περιγραφή, σε αποδεικτικό κτλ, για να τον μελετάμε και να ξέρουμε πώς πρέπει να τον συντάσσουμε κάθε φορά. Σαν ενιαίος όμως που είναι, το ένα μέρος του δανείζει στοιχεία στο άλλο για να εκφραστεί, να διατυπωθεί. Έτσι:
Α) Η περιγραφή δανείζει στοιχεία (πχ τα επίθετα) στην αφήγηση και στην απόδειξη.
Β) Η αφήγηση δανείζει στοιχεία στην περιγραφή (πχ τώρα αυτό είναι έτσι, παλαιότερα ήταν αλλιώς) και στην απόδειξη (πχ στην αρχαιότητα η βία ήταν. . στο μεσαίωνα ήταν με τη μορφή της Ιεράς εξέτασης).
Γ) Ο  αποδεικτικός λόγος δανείζει κάποιους τύπους του στην περιγραφή και στην αφήγηση, και συγκεκριμένα τον αριθμητικό τύπο και τον τύπο χωρίς κατακλείδα (θεματική πρόταση + αποδεικτικές). Τους δανείζει ακόμα, όπως είδαμε στην πρώτη ενότητα για την ιδιότυπη περιγραφή και την ιδιότυπη αφήγηση, και τον τύπο της ατελούς παραγράφου.[2] 

10. Η σημασία των λέξεων και ο συλλογισμός- κανόνας

               Ας δούμε ένα κείμενο για να τονίσουμε ότι πρέπει να προσέχουμε τη σημασία των λέξεων που γράφουμε σε ένα συλλογισμό και για να καταλήξουμε σε έναν κανόνα..
               Ενδεικτικό κείμενο : Ο Σωκράτης και τα κυριότερα χαρακτηριστικά του
& 1 (πρόλογος) Ας εξετάσουμε τα κυριότερα χαρακτηριστικά που είχε ο Σωκράτης.
& 2 Ο Σωκράτης, καταρχήν, ήταν θνητός, γιατί ήταν άνθρωπος
&3  Τους ανθρώπους που τους αρέσει να συζητούν και να εξετάζουν τις έννοιες, όπως για παράδειγμα τι είναι ωραίο, οι αρχαίοι Έλληνες τους ονόμαζαν φιλόσοφους.
       Ο Σωκράτης συνέχεια συζητούσε και εξέταζε με άλλους τέτοιες έννοιες,
άρα ήταν φιλόσοφος.
&4 Ήταν εξάλλου σαν χαρακτήρας γενναίος.
     Όπως μας λένε  οι ιστορικές πηγές, και κυρίως οι μαθητές του Πλάτωνας και Ξενοφώντας με τα συγγράμματά τους, ο Σωκράτης πήρε μέρος σε τρεις εκστρατείες και διακρίθηκε σε όλες για το θάρρος του, όπως και ότι αργότερα αρνήθηκε με κίνδυνο της ζωής του να εκτελέσει μια παράνομη διαταγή των τριάκοντα τυράννων.
    Από όλα αυτά συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι ήταν και γενναίος.
&5 Τα  κυριότερα χαρακτηριστικά του Σωκράτη, όπως βλέπουμε από όσα αναπτύξαμε, είναι ότι ήταν θνητός, φιλόσοφος και σαν χαρακτήρας γενναίος.
► Σχόλια και παρατηρήσεις: Στο παραπάνω ενδεικτικό κείμενο όλοι οι συλλογισμοί μας είναι ορθοί (συντάσσονται με κάποιον από τους τρόπους που πρέπει και ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα).
Κι όμως αυτό το κείμενο έχει ένα μεγάλο λάθος. Στην &1 αναφέρει σαν χαρακτηριστικό του Σωκράτη  ότι ήταν θνητός. Όμως αυτό δεν είναι χαρακτηριστικό γιατί όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί. (Χαρακτηριστικό θα πει κάτι που διακρίνει το αντικείμενο από τα άλλα αντικείμενα, που διακρίνει λχ τον ένα άνθρωπο από άλλους ανθρώπους). Άρα, η &1 είναι λανθασμένη και το λάθος αυτό μεταφέρεται και στην &5.
               Κανόνας: Στην αποδεικτική παράγραφο προσέχουμε τη σημασία της κάθε μας λέξης που αναφέρεται στη θεματική πρόταση. Μπορεί όλοι οι συλλογισμοί μας στο κείμενό μας να είναι ορθοί, και όμως το κείμενό μας να είναι λανθασμένο γιατί θα περιέχει λάθη, έστω και ένα, εξαιτίας ότι δεν προσέξαμε τη σημασία μιας λέξης.
               Έτσι, δεν προσέχουμε μόνο τη σημασία της λέξης «χαρακτηριστικά», αλλά και τη σημασία της λέξης «κυριότερα» που περιέχεται στη θεματική πρόταση του παραπάνω παραδείγματος. Επομένως, δεν θα γράψουμε στο κείμενό μας δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του Σωκράτη, γιατί δεν μας τα ζητάει η θεματική πρόταση (ότι πχ ήταν κακομούτσουνος, μακρυμάλλης, φτωχός,  ή πλούσιος και άλλα).
               ► Και παραπέρα, δεν προσέχουμε φυσικά μόνο τη σημασία των λέξεων που αναφέρονται στη θεματική πρόταση, αλλά και τη σημασία των υπόλοιπων λέξεων που γράφουμε στη συνέχεια στην παράγραφό μας. Πχ έστω ότι στην παράγραφο 3 γράψαμε τα εξής:
&3  Τους ανθρώπους που τους αρέσει να χάνουν την ώρα τους σε συζητήσεις
οι αρχαίοι Έλληνες τους ονόμαζαν φιλόσοφους.
       Ο Σωκράτης έχανε την ώρα του συνέχεια σε συζητήσεις με άλλους,
άρα ήταν φιλόσοφος.
Σχόλιο: Όσοι χάνουν την ώρα τους σε συζητήσεις και από τους αρχαίους Έλληνες και από εμάς τους νεότερους, χαρακτηρίζονται φλύαροι και όχι φιλόσοφοι. Άρα, ο συλλογισμός μας είναι λανθασμένος, γιατί μια του έστω λέξη δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

11. Τα πολλά «διάφορα» σε μια αποδεικτική παράγραφο

Υπάρχουν συγγραφείς που βάζουν πολλά «διάφορα μέσα σε μια αποδεικτική παράγραφο,, πληροφορίες δηλαδή πάνω στις πληροφορίες, ή επεξηγήσεις πάνω σε επεξηγήσεις, με αποτέλεσμα να μην τους  κατανοούμε εύκολα [3].
Πρέπει τότε να απομακρύνουμε όλα αυτά τα «διάφορα» και τις πολλές επεξηγήσεις, για να βρούμε τι θέλει να πει ο συγγραφέας. Ας δούμε ένα κείμενο.

Κείμενο Λουκά Κούσουλα, Ένα δευτερότερο Καβαφικό ποίημα
&1 Κακό ποίημα «Τα παράθυρα» δεν είναι. Είναι απλώς δευτερότερο. Αν αγνοώ λοιπόν σε έναν βαθμό το ερώτημα της έρευνας, για το πιο αδύνατο ποίημα του   corpus , δεν είναι γιατί δε βρίσκω  . . .κάποιο κακό ποίημα – βρίσκω ίσα ίσα – αλλά γιατί επιθυμώ πιο πολύ να πάω κόντρα στους πολλούς θαυμαστές . . . των «Παραθύρων». Ούτως ή άλλως τα λιγότερα πετυχημένα ποιήματα του Καβάφη, τα λιγότερο ‘’ καβαφικά ‘’ πιο καλά, εκείνα της συμβολικής περιόδου του, . . .είναι τα περισσότερο σχολιασμένα και, βέβαια, δημοφιλέστερα.
Τους αξιολογικούς εξάλλου αυτούς χαρακτηρισμούς, κακό ή δευτερότερο ποίημα, παίρνω από το Ζήσιμο Λορεντζάτο : ‘’ σε μερικά δευτερότερα ή κακά ποιήματά του, ας ανήκουν στα   corpus   ‘’. 
Δευτερότερο λοιπόν ποίημα, σίγουρα όχι κακό – πώς αλλιώς – θεωρούσε, νομίζω «Τα Παράθυρα» κι ο Καβάφης. Δεν έχω στα χέρια μου άλλα, έξω από εκείνα του Λεχωνίτη, αυτοσχόλια του ποιητή, όπου ούτε λέξη για «Τα παράθυρα», έχω όμως την ‘’ Ποιητική ‘’ του, το κείμενο που βάφτισε έτσι ο Μιχ. Περίδης [ . . .] παρουσιασμένα και σχολιασμένα από τον Μιχ. Περίδη [ . . .]
Γράφει εκεί:
. . . το ποίημα θεμελιώνεται σε μιαν αλήθεια, μια βραχύβια αλήθεια.
Σίγουρα λοιπόν, μια ‘’ βραχύβιος αλήθεια’’ (  a short- lived  έχει γράψει ο Καβάφης. [ . . .]. Μακρόβια όμως αλήθεια δεν είναι [. . ]. Δεν είναι ούτε καν η ‘’μερικότητα της Πόλης’’ του άλλου συμβολικού ποιήματος, καθώς σχολιάζει ό ίδιος.
&2 Ας έρθουμε ωστόσο κι αλλιώς κοντά στο ποίημα. [ . . . ]
► ΣΧΟΛΙΑ: 1) Αν απομακρύνουμε όλα τα διάφορα και τις επεξηγήσεις, τότε μόνο βρίσκουμε τη συλλογιστική πορεία που ακολουθεί ο συγγραφέας στην παράγραφο &1, τότε μόνο βρίσκουμε τον συλλογισμό του, που είναι ο εξής:
               & 1Θεματική πρόταση: Κακό ποίημα τα παράθυρα δεν είναι. Είναι απλώς δευτερότερο.
               Αποδεικτικές: Τους αξιολογικούς αυτούς χαρακτηρισμούς, κακό ή δευτερότερο ποίημα, παίρνω από το Ζήσιμο Λορεντάζτο, από την ‘’ Ποιητική του’’.  Δευτερότερο ποίημα, σίγουρα όχι κακό, θεωρούσε «Τα παράθυρα» κι ο Καβάφης που έγραψε (γι’ αυτό το ποίημά του ότι περικλείει) μια βραχύβια αλήθεια. Μακρόβια όμως αλήθεια δεν είναι.
               &2 Ας έρθουμε ωστόσο κι αλλιώς κοντά στο ποίημα. [ . . .]
► Σχόλιο 2 : Ο μαθητής καλό είναι να αποφεύγει τα πολλά διάφορα στην αποδεικτική του παράγραφο, γιατί μπορεί να τον ξεστρατίσουν από την αποδεικτική συλλογιστική.

12. Η μεταπήδηση της σκέψης, λάθος- η ανάγκη της παρένθεσης

               Ένα λάθος στο οποίο μπορούμε να υποπέσουμε όλοι, είναι όταν αφήνουμε να μεταπηδήσει η σκέψη μας σε άλλο θέμα , προτού τελειώσουμε το θέμα που διαπραγματευόμαστε στην παράγραφό μας. Πχ:
               Ας πούμε ότι εξετάζουμε σε μια παράγραφο ότι «η βία υπήρχε πάντα». Αν μεταπηδήσει η σκέψη μας, παρασυρμένη από το συναίσθημά μας, στο ότι « κόσμος μας θα ήταν καλύτερος, αν δεν υπήρχε βία», αυτή τη σκέψη μας , αυτή τη δεύτερη γνώμη μας δεν πρέπει να τη βάλουμε πουθενά στην παράγραφο μας. Γιατί στην παράγραφο εξετάζουμε τη γνώμη μας ότι «η βία υπήρχε πάντα», και η δεύτερη γνώμη μας θα καταστρέψει τη συλλογιστική πορεία της παραγράφου.
               ► Αν πάντως θέλουμε να τη βάλουμε οπωσδήποτε, πρέπει να τη βάλουμε μέσα σε παρένθεση. Πχ:
«&1 Βία υπήρχε πάντα. Μας το μαρτυρούν η δουλεία που υπήρχε στην αρχαιότητα και σχεδόν μέχρι τα μέσα του 19 αιώνα, η Ιερά εξέταση που υπήρχε στο μεσαίωνα, ο ναζισμός, φασισμός, σταλινισμός και άλλες πολλές και διάφορες περιπτώσεις που διαδραματίστηκαν στη μετέπειτα εποχή, και διαδραματίζονται και στη δική μας. Βία, λοιπόν, υπήρχε πάντοτε και δυστυχώς υπάρχει και σήμερα. (Ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος βέβαια αν δεν υπήρχε. Αλλά ας προχωρήσουμε να δούμε και άλλα ζητήματα σχετικά με τη βία). &2 Η βία οφείλεται σε πολλές αιτίες [ . . .}».
Σχόλια: Τη γνώμη μας ότι ο κόσμος θα ήταν καλύτερος αν δεν υπήρχε βία, τη βάλαμε στο τέλος της &1 μέσα σε παρένθεση, έτσι ο οποιοσδήποτε αναγνώστης θα διαβάσει την παράγραφο, θα καταλάβει ότι εκφράζουμε παρενθετικά μια δεύτερη γνώμη, που δεν θα την αποδείξουμε.
Σημείωση : Ανάγκη παρένθεσης υπάρχει και όταν βάζουμε πολλά «διάφορα, που σχεδόν από μόνα τους θα αποτελούν μια ολόκληρη παράγραφο. Τότε αυτά πρέπει να τα βάλουμε όλα μέσα σε παρένθεση, κάτω από την παράγραφο από την οποία εξαρτώνται, στην οποία αναφέρονται.

13. Ο πλατειασμός

               Ας παρακολουθήσουμε ένα ενδεικτικό παράδειγμα για να κάνουμε ένα μικρό σχόλιο για τον πλατειασμό.
Ενδεικτικό κείμενο για τον πλατειασμό:
Θεματική πρόταση: Βία υπήρχε πάντα.
               Αποδεικτικές προτάσεις: Υπήρχε στην προϊστορία, όπως μαρτυρούν αρχαίοι μύθοι, πχ του Προκρούστη, του Μινώταυρου, του Διομήδη, βασιλιά των Βιστώνων, που έτρεφε τα άλογά του με ανθρώπινο κρέας. Υπήρχε στην εποχή του Χαλκού και του σιδήρου. Στην εποχή του Ομήρου, στην αρχαία Ελλάδα και Ρώμη όπου χρησιμοποιούσαν δούλους, Όποια εποχή και να δει κανένας θα βρει βία και πάλι βία. Και τι να πει κανένας που ορισμένοι λαοί σκοτώνανε τους αιχμαλώτους που πιάνανε όταν νικούσαν σε μάχες, ή που τους τύφλωναν. Στον μεσαίωνα τη βία τη βρίσκουμε με τη μορφή της Ιεράς εξέτασης, μετά σαν αποικιοκρατία και δουλεμπόριο, σαν ιμπεριαλισμό που καταπιέζει τις αδύναμες ομάδες. Και στην πιο πρόσφατη εποχή τη συναντάμε σαν ναζισμό με την εξολόθρευση των Εβραίων, σαν φασισμό, σαν σταλινισμό, σαν εξαφανισμό ολόκληρων πληθυσμών, όπως Αρμενίων, Ελλήνων, Κούρδων κλπ.
               Συμπέρασμα: Όπως μαρτυρεί η Ιστορία, βία υπήρχε πάντα.
► Σχόλιο: Στην παράγραφο έχουμε πλατειασμό. Δεν γράφουμε διαγώνισμα προϊστορίας ή ιστορίας ∙ συντάσσουμε αποδεικτική παράγραφο. Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στην προϊστορία, αρκούν κάποια γεγονότα από την ιστορική εποχή ή και μέχρι σήμερα, γεγονότα δοσμένα με πολύ περιληπτικό τρόπο. Σαν να γράφουμε επικεφαλίδες για κάθε μια εποχή, για την αρχαιότητα, τον μεσαίωνα, τη νεότερη.

14. Το μέγεθος της αποδεικτικής παραγράφου

Η αποδεικτική παράγραφος είναι συνήθως πιο μεγάλη από την περιγραφική ή αφηγηματική παράγραφο. Ιδιαίτερα όταν περιλαμβάνει πολλές αποδεικτικές προτάσεις.
Μεγεθύνεται και μπορεί να πιάσει ολόκληρη σελίδα, αν οι αποδεικτικές είναι πολλές, ή σαν αποδεικτική προσκομίζει ο συγγραφέας ένα παράδειγμα που χρειάζονται πολλές προτάσεις για να το παρουσιάσει. Ας δούμε πχ την πρώτη παράγραφο από ένα κείμενο.

Κείμενο σε διασκευή, του Έριχ Φρομ,  Ψυχανάλυση και Θρησκεία
{σελίδα 78} &  Θεματική περίοδος: Ενώ είναι σχετικά εύκολο να αποφασίσουμε ποιος είναι ο στόχος της θεραπείας όταν πρόκειται για υστερικούς εμετούς ή για έμμονες ιδέες, εντούτοις δεν είναι εξίσου εύκολο να αποφασίσουμε ποιος πρέπει να είναι ο στόχος της θεραπείας όταν πρόκειται για νεύρωση χαρακτήρα. [ . . .]
Αποδεικτικές: Η ακόλουθη περίπτωση μας επεξηγεί τι εννοούμε μ’ αυτό τον ισχυρισμό. (σ.σ. Να δηλαδή ένα παράδειγμα που αποδεικνύει αυτόν τον ισχυρισμό).
               Ένας νέος 24 ετών επισκέπτεται έναν ψυχαναλυτή. Αναφέρει ότι από τον καιρό που αποφοίτησε πριν δυο χρόνια, νιώθει ότι είναι δυστυχισμένος.[ . . ] Δυσκολεύεται να παίρνει αποφάσεις ακόμα και τις πιο απλές. Ενδιαφερόταν πολύ για τη φυσική. [ . .] Ο πατέρας του . . ιδιοκτήτης ενός μεγάλου εργοστασίου επέμενε ότι
{σελ. 79} έπρεπε να αναλάβει την επιχείρηση [ . . ] γιατί ο γιατρός του τον είχε συμβουλέψει να μην εργάζεται εντατικά και ο γιος θα ήταν αχάριστος αν . . .δεν ήταν πρόθυμος να εκπληρώσει την επιθυμία του πατέρα. Ο γιος ενέδωσε και μπήκε στην επιχείρηση . . Και τότε άρχισαν οι παραπάνω περιγραφόμενες ανωμαλίες.
 & 2  [. . .]
               ► Σχόλια: Η &1 εξαιτίας της μιας και μόνον αποδεικτικής που περιέχει, είναι πολύ έως πολύ μεγάλη.

15. Ο τρόπος γραφής των παραγράφων

               Ο διαχωρισμός των προτάσεων και περιόδων σε παράγραφος γίνεται κατά την αίσθηση κάθε συγγραφέα, αρκετά τυχαία δηλαδή. Άλλοτε γράφει δυο παραγράφους μαζί, άλλοτε τρεις. Άλλοτε βάζει τη θεματική πρόταση ξεχωριστά για να την τονίσει στον αναγνώστη του, ενώ τις αποδεικτικές μαζί με την κατακλείδα τις γράφει σαν άλλη παράγραφο. Άλλοτε χωριστά την κατακλείδα, θέλοντας να την τονίσει στον αναγνώστη του. Άλλοτε πάλι τη κατακλείδα στην αρχή της επόμενης παραγράφου κτλ, κτλ.
               Κάθε σύνολο προτάσεων που ξεκινάει με κεφαλαίο γράμμα από ξεχωριστή γραμμή και κλείνει με τελεία, δεν σημαίνει βέβαια ότι είναι παράγραφος. Σπάνια είναι πράγματι παράγραφος. Συνήθως είναι «φαινομενική παράγραφος», συγκόλλημα  δηλαδή από κάποιες προτάσεις δυο συνεχόμενων παραγράφων, ή αποκόλλημα μιας ή περισσότερων προτάσεων μιας παραγράφου και εμφάνισης του αποκολλήματος σαν παραγράφου.
               Πάντως, από συνήθεια και από άλλους λόγους, όπως ο τονισμός μιας πρότασης, η πρόθεσή μας να κάνουμε το λόγο μας πυκνό κτλ, γράφουμε όλοι, και θα γράφουν και οι επερχόμενοι με αυτόν τον τρόπο.
               Αυτά ισχύουν τόσο για την αποδεικτική όσο και για την περιγραφική και αφηγηματική παράγραφο.
Βέβαια, οι ικανοί συγγραφείς, όπως ο Ε. Παπανούτσος, ακόμα και όταν γράφουν ενσωμάτωμα από παραγράφους, τηρούν απόλυτα τους τον κανόνα «ότι πρέπει να τους κατανοεί ο αναγνώστης, έστω με λίγη προσοχή».     

16. Οι τεχνικές του αποδεικτικού λόγου

               Ο αποδεικτικός λόγος μπορεί να διατυπωθεί χωρίς διάλογο, με διάλογο και, τρίτο, ξεκινώντας με αφήγηση.
               Α) Όλα ή τα περισσότερα παραδείγματα που είδαμε μέχρι τώρα είναι χωρίς διάλογο.
Β) Πάρα πολλά όμως από αυτά μπορούν να διατυπωθούν και με διάλογο, να ρωτάει λόγου χάρη ένας από τους συνομιλητές και να απαντάει ο άλλος. ΄ Η να λέει ο ένας συνομιλητής τη γνώμη του για κάτι και να την υποστηρίζει με επιχειρήματα, και ο άλλος ή να την αποδέχεται ή να την απορρίπτει με δικά του επιχειρήματα. Παραδείγματα με διάλογο έχουμε τα διάφορα κείμενα του Πλάτωνα, όπου ο Σωκράτης χρησιμοποιώντας τη μαιευτική μέθοδο (δηλαδή το διάλογο) αποδεικνύει το τι σημαίνει αυτή ή εκείνη ή έννοια.
Γ) Είναι όμως δυνατό ένα αποδεικτικό κείμενο, να ξεκινάει σαν αφηγηματικό να θέτει σε κάποια παράγραφό του ο συγγραφέας ένα πρόβλημα (να αναφέρει μια γνώμη του) και μετά να το λύνει (να αποδεικνύει δηλαδή τη γνώμη του). Για την τρίτη αυτή περίπτωση θα δούμε ένα κείμενο στο τελευταίο κεφάλαιο που έχει τίτλο «ο λόγος στα χέρια ενός λογοτέχνη».


[1] Ας κάνουμε μια παρέκκλιση εδώ από το Συντακτικό της Παραγράφου για να πούμε τι θα πει καλλιτέχνης: Καλλιτέχνης θα πει ένας άνθρωπος που συγκινείται από κάτι που μπορεί να αφήνει τους πολλούς ίσως αδιάφορους, ένας όμως άνθρωπός που έχει επιπλέον τη δυνατότητα με το έργο του να  κάνει τους άλλους να νιώσουν την ίδια συγκίνηση.
[2] Ας θυμηθούμε τι είπαμε  στην περιγραφή (βλέπε τον σχετικό ιστότοπό μου: ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ (ΔΟΜΗ) ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ), όταν περιγράφουμε διαδικασίες που συμβαίνουν μέσα στην ύλη. Παραθέσαμε το  ακόλουθο κείμενο:  &1 Θα σας περιγράψω πώς θερμαίνεται από τον ηλεκτρισμό το σύρμα ενός καλωδίου. &2 Κάθε φορά που θα βάλουμε ένα καλώδιο στην πρίζα, &3  παρατηρούμε τα εξής: τα ηλεκτρόνια του ηλεκτρικού ρεύματος μπαίνουν μέσα στο σύρμα και, καθώς κινούνται και προχωρούν μέσα στη μάζα του σύρματος, συγκρούονται με τα ακίνητα μόρια του μετάλλου. &4 Και τότε μέρος της κινητικής ενέργειας των ηλεκτρονίων μετατρέπεται σε θερμότητα που μεταδίνεται από μόριο σε μόριο. &5 Έτσι θερμαίνονται όλα τα μόρια και ολόκληρο το σύρμα. Μετά είπαμε ότι  όταν οι επιστήμονες περιγράφουν, αναφέρουν συμπεράσματα από τις παρατηρήσεις τους. Εδώ τώρα, μπορούμε να διευκρινίσουμε ότι τα συμπεράσματά τους τα βάζουν στο περιγραφικό τους κείμενό  χωρίς αποδεικτικές, τα βάζουν  δηλαδή ως ατελείς παραγράφους. Παρόμοια είδαμε και  στην αφήγηση, εκεί που παραθέσαμε κείμενο από το βιβλίο Ιστορίας με τις απόψεις του Μπεκαρία για «τα εγκλήματα και τις ποινές». 
[3] Παραβιάζουν τον κανόνα που λέει ότι: όταν γράφουμε προσέχουμε να μας κατανοεί ο αναγνώστης μας.


Τα ιστολόγιά μου


2) Οι σύνθετοι τύποι της αποδεικτικής παραγράφου, κ.ά.

ΟΙ ΣΥΝΘΕΤΟΙ ΤΥΠΟΙ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 

               Είδαμε στα προηγούμενα κεφάλαια σύνθετες παραγράφους. Είδαμε τις διπλές παραγράφους. Τώρα θα δούμε και άλλες πιο σύνθετες παραγράφους, τις πολλαπλές παραγράφους, που κάθε μια τους αποτελείται από πολλές μονές παραγράφους.

17) Πολλαπλή που αποτελείται από πολλές ατελείς παραγράφους (από  θεματικές προτάσεις/ περιόδους που δεν τις αποδεικνύουμε).
               Κείμενο Μανόλη Ανδρόνικου, Η προστασία του περιβάλλοντος
(Ο πρόλογος στο κείμενο του)
&1 Η αλόγιστη καταστροφή του φυσικού χώρου, μέσα στον οποίο και από τον οποίο ζούμε, έχει προχωρήσει πολύ με ρυθμό επικίνδυνο.&2 Την ίδια στιγμή και παράλληλα μ’ αυτήν, συντελείται και η καταστροφή . . . των μνημείων που ο πολιτισμός των αιώνων έχει κληρονομήσει στον τόπο μας. &3 Εταιρείες και άτομα προσπαθούν με διακηρύξεις και θεωρητικές αναλύσεις να πείσουν – ποιους; - για την ανάγκη και υποχρέωση που έχουμε να σεβαστούμε και να προφυλάξουμε το «φυσικό περιβάλλον» και τα ιστορικά μας μνημεία. &4 Η πρόθεση είναι αναντίρρητα ορθή, όμως φοβούμαι πως υπάρχει κίνδυνος να εξαντληθεί σε σχήματα λόγου, αν δεν συζητηθούν οι αιτίες του κακού και δεν ανατραπούν από τη ρίζα τους. [ . . .].
► Σε κάθε μια από τις παραγράφους αυτές ο συγγραφέας λέει και από μια γνώμη του για το ίδιο θέμα, χωρίς να αποδεικνύει καμιά. Το σύνολο αυτό είναι μια πολλαπλή παράγραφος που αποτελείται από τέσσερις ατελείς παραγράφους.
 Οι ατελείς παράγραφοι είναι σχετικές μεταξύ τους και όχι άσχετες η μια με την άλλη. Αν γράψουμε λοιπόν εμείς ως μαθητές μια τέτοια πολλαπλή παράγραφο, οι γνώμες που θα αναφέρουμε σ’ αυτήν πρέπει να είναι σχετικές μεταξύ τους, να αναφέρονται δηλαδή στο ίδιο θέμα, και όχι άσχετες.

18) Πολλαπλή με θεματική περίοδο που έχει πολλά σημεία προς απόδειξη.
               Σ’ αυτό το είδος η πολλαπλή έχει θεματική περίοδο κοινή για όλες τις παραγράφους της, περίοδο που περικλείει προς απόδειξη περισσότερα από δυο σημεία.
               Πχ: Η βία υπήρχε πάντα, οφείλεται σε πολλές αιτίες και φέρνει μόνο άσχημα αποτελέσματα.
               Στην πρώτη παράγραφο της πολλαπλής θα θεωρήσουμε ως θεματική πρόταση ότι «η βία υπήρχε πάντα», στη δεύτερη παράγραφο  ότι « οφείλεται σε διάφορες αιτίες» και στην τρίτη ότι «φέρνει μόνο άσχημα αποτελέσματα». Όλες μαζί οι παράγραφοι θα αποτελούν μια πολλαπλή παράγραφο, αφού θα έχουν κοινή θεματική περίοδο, ή με άλλη διατύπωση: θα αποτελούν ενότητα παραγράφων.
               Ας δούμε όμως μια τέτοια θεματική πρόταση/ περίοδο από ένα κείμενο.
Κείμενο Ι. Ε. Μανωλεδάκη, Λαϊκότητα και λαϊκισμός
Θεματική περίοδος (ως υποπαράγραφος): Ο λαϊκισμός απορρέει από την ελλιπή λαϊκή συμμετοχή στη δημόσια ζωή, καλλιεργείται από αυτούς που εκμεταλλεύονται αυτή την έλλειψη, προτείνοντας το πατερναλιστικό τους πρότυπο, συντηρείται με την υποκολτούρα και την εμπορευματοποίηση της συλλογικής ψυχής από ιδιωτικά συμφέροντα, καθιερώνεται ως δήθεν δημοκρατική κοινωνική κατάσταση ενώ είναι στην ουσία αντιδημοκρατική.
               ► Στις παραγράφους που θα ακολουθήσουν, ο συγγραφέας είναι «υποχρεωμένος» να αποδείξει κάθε μια από αυτές τις πάρα πολλές γνώμες του, από αυτές τις πάρα πολλές θεματικές προτάσεις του. Στη μια παράγραφο θα αποδείξει μια δυο από τις γνώμες του, στην επόμενη μια δυο από τις άλλες γνώμες του και στις υπόλοιπες , τις υπόλοιπες γνώμες του. ΟΙ παράγραφοι του θα είναι πολύ σύνθετες γιατί θα αποδεικνύουν και δυο και τρία σημεία από αυτήν ή εκείνη τη γνώμη. Γιατί θα παίρνουν ως θεματική τους περίοδο διάφορα σημεία από τις θεματικές προτάσεις που είναι γραμμένες στην αρχή του κειμένου σαν υποπαράγραφος.
               Χρειάζεται πολύ ωριμότητα για να αντιμετωπίσεις μια τόσο πολυσύνθετη θεματική περίοδο. Βέβαια ο συγγραφέας Ι. Ε. Μανωλεδάκης διαθέτει μεγάλη ωριμότητα και αντιμετωπίζει με επιτυχία το ζήτημα στις επόμενες παραγράφους του κειμένου του, που εδώ δεν παρατίθενται.
► Όσον αφορά εμάς τους μαθητές, καλό είναι να αποφεύγουμε μια τέτοια πολλαπλή. Να αποφεύγουμε δηλαδή να θέσουμε μια θεματική περίοδο που έχει τρία προς απόδειξη σημεία, ή και περισσότερα. Μπορούμε στην παράγραφό μας να θέσουμε δυο σημεία προς απόδειξη (οπότε θα κατασκευάσουμε διπλή παράγραφο), και στην επόμενη παράγραφό μας το τρίτο σημείο (πχ: στη μια παράγραφό μας «η βία υπήρχε πάντα και οφείλεται σε πολλές αιτίες» και στην επόμενη «η βία φέρνει μόνον άσχημα αποτελέσματα»).

19) Πολλαπλή με κοινή θεματική πρόταση , θεματική πρόταση που έχει σχέση με τη διαίρεση.
               Ας δούμε πολύ συνοπτικά , εξαιτίας του μεγάλου μεγέθους του, ένα κείμενο του Μ. Πλωρίτη, όπου ο συγγραφέας λέει πρώτα τι υποστήριζε ο Μαρσάλ Μ. Λουάν και μετά κρίνει αν αυτά που υποστήριζε είναι σωστά.
              
               Κείμενο Μ. Πλωρίτη, Ο Μαρσάλ Μακ Λουάν και η επικοινωνία
Θεματική πρόταση: Ο Μ. Μ. Λουάν χώριζε την ανθρώπινη ιστορία σε τρεις μεγάλες εποχές.
Πρώτη η ακουστική εποχή . . . , όταν μοναδικό μέσο επικοινωνίας ήταν η φωνή του ανθρώπου.
& 1 Και επειδή ο λόγος και ο ήχος έχουν περιορισμένη εμβέλεια, οι άνθρωποι ζούσαν σε φυλές, όπου ο τρόπος επικοινωνίας και επίδρασης στην κοινωνία ήταν η φωνή του αρχηγού που ρητόρευε ή διάταζε τον λαό του. . . [ . . ].
Η επαναστατική επινόηση της γραφής εγκαινιάζει τη δεύτερη, την οπτική εποχή της επικοινωνίας.
& 2 Τώρα δεν επικοινωνούν ένας ή περισσότεροι άμεσα, ταυτόχρονα και ηχητικά. . . τώρα με γραφτό λόγο επικοινωνεί ένας, έμμεσα και οπτικά, με έναν και πάμπολλους πέρα από τόπο και χρόνο. Όλη η επιστήμη, όλος ο πολιτισμός υποστηρίζει ο Μαρκ Λαυάν . . ., είναι  (αποτέλεσμα της οπτικοποίησης που ακολούθησε την εφεύρεση του αλφάβητου.
& 3 Την αποφασιστική ώθηση σ’ αυτή την εξέλιξη την έδωσε η εφεύρεση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο . [ . . .]
Η Τρίτη εποχή – η δική μας – είναι φυσικά η «ηλεκτρονική εποχή». [. . .]
               (Ο Μ. Πλωρίτης, αφού παραθέσει αυτά που λέει ο Μ. Λουάν για την τρίτη εποχή, μετά με άλλες παραγράφους κρίνει τη γνώμη του Μ. Λουάν και λέει ότι δεν είναι μόνον η οπτικοποίηση και το αλφάβητο που δημιούργησε τον πολιτισμό, αλλά και άλλα πράγματα).

               ► Όσον αφορά τον τρόπο σύνταξης αυτής της πολλαπλής παραγράφου να πούμε ότι: στη θεματική πρόταση χωρίζουμε, διαιρούμε, κάτι σε μέρη.(στο κείμενο αυτό αναφέρεται ότι ο Μ. Λουάν χώριζε την ανθρώπινη ιστορία σε τρία μέρη). Μετά αναφέρουμε το πρώτο μέρος και σε παραγράφους όσα το αφορούν. Στη συνέχεια αναφέρουμε το δεύτερο μέρος, και σε παραγράφους τα όσα το αφορούν. Το ίδιο κάνουμε και για το τρίτο και λοιπά μέρη.
               Οι παράγραφοι που γράφουμε κάτω από κάθε μέρος αποτελούν ενότητα παραγράφων.
               Τον τρόπο αυτό σύνταξης θα τον βρούμε σε πολλά κείμενα, πχ σε έγγραφα δικηγόρων προς ένα δικαστήριο, σε αποφάσεις δικαστηρίων, σε επιστημονικά συγγράμματα κτλ. .
Χρησιμοποιείται μάλιστα  όχι μόνο στον αποδεικτικό λόγο αλλά ευρύτερα, πχ σε εγκυκλίους Οργανισμών που δίνουν μ’ αυτές οδηγίες ή και διαταγές στους υπαλλήλους τους.

Πώς συνδέονται οι αποδεικτικές παράγραφοι μεταξύ τους (τα συνδετικά)

               Όπως οι προτάσεις μιας αποδεικτικής παραγράφου συνδέονται μεταξύ τους με λέξεις ή φράσεις, έτσι και οι αποδεικτικές παράγραφοι μεταξύ τους συνδέονται με λέξεις, ή φράσεις, αλλά επιπλέον και με προτάσεις ολόκληρες.
               Αυτές τις λέξεις, φράσεις ή προτάσεις τις ονομάζουμε ή διαρθρωτικές ή συνοχής δυο παραγράφων μεταξύ τους, ή απλώς συνδετικά.  
Ας δώσουμε μερικά παραδείγματα για να γίνουν κατανοητοί μερικοί από τους τρόπους της σύνδεσης.
               Πολλές φορές οι παράγραφοι συνδέονται με την επανάληψη μιας λέξης. Παράδειγμα:
«&1 Μια από τις πολλές σημασίες της ελληνικής λέξης ‘’λόγος’’ είναι εκείνη που την ταυτίζει με . . . . το επιχείρημα. &2 Τα εγχειρίδια της Λογικής ορίζουν το επιχείρημα διαλογισμό . .  που συντίθεται για να αποδείξει την αλήθεια ή το ψεύδος [ ενός ισχυρισμού]».
               Άλλες φορές χρησιμοποιούμε μια συνώνυμη λέξη. Στο παρακάτω παράδειγμα η λέξη «κατασκευή» χρησιμοποιείται στην &3 ως συνώνυμη της λέξης «επιχείρημα»:
«&1 Μια από τις πολλές σημασίες της ελληνικής λέξης ‘’λόγος’’ είναι εκείνη που την ταυτίζει με . . . . το επιχείρημα. &2 Τα εγχειρίδια της Λογικής ορίζουν το επιχείρημα διαλογισμό . .  που συντίθεται για να αποδείξει την αλήθεια ή το ψεύδος [ ενός ισχυρισμού]. & 3 Πρόκειται . . . για μια λογική κατασκευή που γίνεται για να βεβαιώσει ή για να ανασκευάσει  ‘’έναν ισχυρισμό’’, ‘’ μια γνώμη’’».
Αλλά είναι δυνατό και με ένα επίρρημα να συνδεθεί η μια παράγραφος με την άλλη. Η παρακάτω &4 συνδέεται με την προηγούμενη με το επίρρημα «όταν», αλλά και με την επανάληψη της λέξης «γνώμη»:
«&1 Μια από τις πολλές σημασίες της ελληνικής λέξης ‘’λόγος’’ είναι εκείνη που την ταυτίζει με . . . . το επιχείρημα. &2 Τα εγχειρίδια της Λογικής ορίζουν το επιχείρημα διαλογισμό . .  που συντίθεται για να αποδείξει την αλήθεια ή το ψεύδος [ ενός ισχυρισμού]. & 3 Πρόκειται . . . για μια λογική κατασκευή που γίνεται για να βεβαιώσει ή για να ανασκευάσει  ‘’έναν ισχυρισμό’’, ‘’ μια γνώμη’’. &5 Όταν δεν πείθουμε το ακροατήριό μας, λόγου χάρη το πλήθος σε μια συνέλευση, η ερώτηση που προβάλλεται ή υπονοείται, είναι: Ποιόν ή ποιους λόγους έχεις για να υποστηρίζεις αυτή τη γνώμη;»
Άλλες φορές συνδέονται δυο παράγραφοι με την παράλειψη μιας ολόκληρης πρότασης. Παράδειγμα παράλειψης ολόκληρης πρότασης  είναι ο τύπος 7, όπου σε μια παράγραφο καταλήγουμε σε δυο συμπεράσματα και στην επόμενη παράγραφο θεωρούμε ως θεματική της πρόταση το δεύτερο συμπέρασμα της προηγούμενης παραγράφου, χωρίς να το ξαναγράψουμε.
Σε πολλές περιπτώσεις εξάλλου για να έρθουμε σε μια νέα παράγραφο, χρησιμοποιούμε ολόκληρες προτάσεις – που τις ονομάζουμε βοηθητικές θεματικές προτάσεις-. Η νέα παράγραφος συνδέεται τότε με την προηγούμενη ή και με όλες τις προηγούμενες με αυτή την ολόκληρη πρόταση, με αυτή τη βοηθητική θεματική πρόταση. Παραδείγματα:
-Έστω ότι εξετάζουμε σε μια παράγραφο τα αίτια της βίας και για να πάμε στην επόμενη όπου θα εξετάσουμε τα αποτελέσματα της βίας, αρχίζουμε την επόμενη με την πρόταση «ας εξετάσουμε τώρα ποια αποτελέσματα φέρνει η βία».
-Ή έστω ότι τελειώσαμε το αποδεικτικό μας κείμενο και θέλουμε να ανακεφαλαιώσουμε τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε στις διάφορες προηγούμενες παραγράφους, οπότε την ανακεφαλαιωτική μας παράγραφο την ξεκινάμε λόγου χάρη με την πρόταση «Ας ανακεφαλαιώσουμε τώρα τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε στις προηγούμενες παραγράφους μας».
Άλλοι τρόποι σύνδεσης δυο παραγράφων μεταξύ τους είναι:
Α, λέξεις ή εκφράσεις ή προτάσεις που αντιθέτουν (αν και, εντούτοις, εξάλλου κτλ), που δηλώνουν χρονικές σχέσεις (πχ όταν αναλύσουμε αυτό, τότε συμπεραίνουμε το άλλο).
Β. η αντικατάσταση μιας λέξης με αντωνυμία, με συνεπώνυμη ή υπερώνυμη, ή με άλλη γενικότερου όρου (πχ φοιτητής> σπουδάζουσα νεολαία), ή που παρουσιάζει νοηματική συγγένεια (πχ συνολικό ποσό, συνολική αμοιβή).
               Ας σημειωθεί ότι ένας όρος (λέξη ή φράση) μπορεί ορισμένες φορές να υπαχθεί σε περισσότερους από έναν τρόπους σύνδεσης.
               Ας σημειωθεί επίσης, ότι οι τρόποι σύνδεσης των αποδεικτικών παραγράφων μεταξύ τους, διαφέρουν από τους τρόπους σύνδεσης των περιγραφικών και των αφηγηματικών παραγράφων. Εκεί οι τρόποι σύνδεσης είναι λιγότεροι και πιο απλοί. Στην (καθαυτό) περιγραφική παράγραφο οι παράγραφοι συνδέονται μεταξύ τους κυρίως με τους τοπικούς προσδιορισμούς και στην περιγραφή διαδικασιών με αναφορά των φάσεων με σειρά ∙ όσον αφορά στην  (καθαυτό) αφήγηση, οι παράγραφοι συνδέονται μεταξύ τους κυρίως με χρονικούς προσδιορισμούς ή στην αφήγηση μιας διαδικασίας με αναφορά της κυριότερης φάσης της και του αποτελέσματός της. Ενώ στην απόδειξη οι τρόποι σύνδεσης των παραγράφων μεταξύ τους είναι περισσότεροι και όπως είδαμε πιο πολύπλοκοι.

Συμπεράσματα από τους τύπους

               Με την παράθεση των τύπων, απλών, διπλών και πολλαπλών, ολοκληρώσαμε το κύριο μέρος για το Συντακτικό της αποδεικτικής παραγράφου. Από εδώ και πέρα θα ασχοληθούμε με διευκρινήσεις.
               Οι τύποι τις αποδεικτικές παραγράφου είναι λίγοι, και όχι πολλοί ή ατέλειωτοι όπως θα νόμιζε κανείς.
               Είναι 13 μονοί τύποι, 3 διπλοί και 3 πολλαπλοί.
               Επομένως, είναι αρκετά εύκολο να τους μελετήσει κανείς και να ξέρει όταν γράφει ή μιλάει, τι τύπο χρησιμοποιεί και ποιους κανόνες πρέπει να ακολουθήσει. Πχ.
-                         Αν ξεκινήσει με αποδεικτικές, μετά θα βγάλει το συμπέρασμα.
-                          Αν ξεκινήσει με το συμπέρασμα, τότε πρέπει να βάλει ή μια αποδεικτική, αν φθάνει μόνο μια (ενθύμημα), ή περισσότερες αν η μια δεν επαρκεί.
-                         Ή μπορεί να ξεκινήσει με συμπέρασμα, μετά να αναφέρει τις αποδεικτικές, και στο τέλος να ξαναγράψει το συμπέρασμα (κλειστό ή γεωμετρικό επιχείρημα).
-                         Ή, από τις αποδεικτικές να βγάλει δυο συμπεράσματα, από τα οποία το δεύτερο θα εννοείται αμυδρά, οπότε πρέπει να γράψει μετά μια παράγραφο στην οποία θα το αποδεικνύει με επάρκεια.
-                         Ή μπορεί να ξεκινήσει με θεματική περίοδο που να έχει δυο σημεία προς απόδειξη, οπότε κατασκευάζει διπλή παράγραφο, ή να έχει τρία προς απόδειξη σημεία, οπότε θα κατασκευάσει πολλαπλή παράγραφο. Κτλ, κτλ.
Όπως με τα λίγα ψηφία από το 1 έως το 9 (27/1/18: διορθώνω= από το 0 έως το 9) κατασκευάζουμε μια άπειρη σειρά από αριθμούς, έτσι και με τους λίγους τύπους του αποδεικτικού λόγου, κατασκευάζουμε έναν άπειρο αριθμό από αποδεικτικά κείμενα (δοκίμια, επιστημονικές θεωρίες, μελέτες, πραγματείες, διατριβές, μονογραφίες αποφάσεις δικαστηρίων, επιστημονικά βιβλία κάθε φύσεως, κείμενα με στατιστικό περιεχόμενο και δειγματοληψίες, κτλ, κτλ).


Διευκρινήσεις

1. Ποιους τύπους χρησιμοποιούμε συνήθως

               Όταν γράφουμε ένα αποδεικτικό κείμενο, χρησιμοποιούμε συνήθως κάποιους από τους τύπους που είδαμε, και όχι όλους βέβαια. Χρησιμοποιούμε κάποιους τύπους, ανάλογα με τη ροή και τις ανάγκες του λόγου μας, ανάλογα με το ύφος μας και ανάλογα με το θέμα.
               Οι πολύ ώριμοι  συγγραφείς χρησιμοποιούν κάποιους από τους ίδιους τύπους, αλλά και τον ελλειπτικό όπως και κάποιους σύνθετους τύπους, κάποιες δηλαδή πολλαπλές παραγράφους.

2. Πού και πότε χρησιμοποιούμε τους τύπους

               Για το πού και πότε χρησιμοποιούμε σε ένα αποδεικτικό κείμενο αυτόν ή εκείνον τον τύπο, δεν υπάρχει κανόνας γιατί τα αποδεικτικά κείμενα είναι πολλά και διαφόρων ειδών, πχ αποδεικτικά δοκίμια, μελέτες που χωρίζονται κι αυτές σε διάφορα είδη (λόγου χάρη σε μελέτες για τη γλώσσα, σε στατικές μελέτες για τις οικοδομές κλπ, κλπ), .σε μονογραφίες, σε πραγματείες, και σε πολλά άλλα είδη.
               Όσον αφορά το αποδεικτικό δοκίμιο, μπορούμε να πούμε ότι: Συνήθως στην αρχή (στον πρόλογο) ενός αποδεικτικού δοκιμίου οι συγγραφείς βάζουν τύπους που δεν κουράζουν τον αναγνώστη , που δεν καταλήγουν σε συμπέρασμα. Βάζουν δηλαδή ατελείς παραγράφους {μια διπλή με ατελείς, ή μια πολλαπλή με ατελείς), ή μια παράγραφο χωρίς κατακλείδα- χωρίς συμπέρασμα (θεματική πρόταση + αποδεικτικές)}.
Στο κύριο μέρος βάζουν παραγράφους από όλα τα είδη, ανάλογα με το ύφος που έχει κάθε συγγραφέας, ανάλογα με το θέμα του, ανάλογα με τη ροή του λόγου του. Βάζουν και από αυτές που έχουν κατακλείδα, και από αυτές που δεν έχουν κατακλείδα, και απλές και σύνθετες.
               Στο τέλος (στον επίλογο) μπορεί να βάλουν μια ανακεφαλαιωτική παράγραφο, και αν θέλουν να προτείνουν ή να συμβουλέψουν κάτι, βάζουν μια παράγραφο όπου επικρατεί το ρήμα «πρέπει», το μόριο «θα» ή κάποιες ανάλογες εκφράσεις. Αυτές οι παράγραφοι με τα «πρέπει και θα» ανήκουν στο στοχαστικό λόγο. Μπορεί δηλαδή η τελευταία παράγραφος σε ένα αποδεικτικό δοκίμιο να είναι στοχαστική παράγραφος.

3. Η λογική στην αποδεικτική παράγραφο

               Η λογική που κυριαρχεί στην αποδεικτική παράγραφο είναι η συλλογιστική. Στην περιγραφή και στην αφήγηση, όπως είδαμε στην πρώτη ενότητα, κυριαρχεί η διαίρεση, η λογική δηλαδή της διαίρεσης (περιληπτικά: στην περιγραφή διαιρούμε το αντικείμενο σέ μέρη, στην αφήγηση διαιρούμε το χρόνο σε σττιγμές ή χρονικές περιόδους και σε κάθε στιγμή ή χρονική περίοδο αναφέρουμε τις ενέργειες, τη δράση, του πρωταγωνιστή ή κάποιων άλλων προσώπων).
               Στην αποδεικτική παράγραφο χρησιμοποιούμε φυσικά και τη διαίρεση, αλλά για να βοηθήσει την αποδεικτική συλλογιστική, για να σχηματίσουμε σε ορισμένες περιπτώσεις την αποδεικτική συλλογιστική.

4. Η λειτουργία των προτάσεων σε μια αποδεικτική παράγραφο

               Κάθε είδος προτάσεων μιας αποδεικτικής παραγράφου ασκεί μιαν ορισμένη λειτουργία.
Η θεματική πρόταση αναφέρει τη γνώμη μας, οι αποδεικτικές την αποδεικνύουν και το συμπέρασμα/ κατακλείδα, αν υπάρχει, την επιβεβαιώνει. Οι προτάσεις αυτές σχηματίζουν την αποδεικτική συλλογιστική. {{Προσθήκη 27/1/18: Αυτά ισχύουν όσον αφορά όταν γράφουμε στην αποδεικτική παράγραφο παραγωγικό συλλογισμό. Όταν γράφουμε επαγωγικό συλλογισμό η γνώμη μας διατυπώνεται με το μάλλον, οι αποδεικτικές προτάσεις οδηγούν σε πιθανό συμπέρασμα και το συμπέρασμα/κατακλείδα διατυπώνεται ως πιθανόν: Πχ α) παραγωγικός συλλογισμός = Βία υπήρχε πάντα. Αποδεικτικές: Στην αρχαιότητα με τη μορφή της δουλείας, στο μεσαίωνα με τη μορφή της Ιερής Εξέτάσης και στην νεότερη εποχή ως αποικιοκρατία, ιμπεριαλισμός, ναζισμός, φασισμός, σταλινισμός κτλ. Κατακλείδα/συμπέρασμα= Βία υπήρχε, πράγματι, πάντοτε. β) επαγωγικός συλλογισμός: Η ποίηση μάλλον χωρίζεται σε τρία είδη. Αποδεικτικές: σε επική, λυρική και δραματική. Κατακλείδα/ συμπέρασμα: από όσα παρατέθηκαν δείχνεται ότι η ποίηση χωρίζεται μάλλον σε τρία είδη}} 
      
Οι επεξηγήσεις δεν συμμετέχουν στην αποδεικτική συλλογιστική, βοηθούν όμως τον αναγνώστη μας να κατανοήσει κάτι, λειτουργούν δηλαδή στο να κατανοήσει ο αναγνώστης κάτι που ίσως του είναι δυσνόητο.
Τα «διάφορα πληροφοριακά στοιχεία», που κι αυτά δεν συμμετέχουν στην αποδεικτική συλλογιστική, λειτουργούν αν είναι σύντομα και σωστά, στο να μαθαίνει κάτι ο αναγνώστης, κάτι που ίσως δεν το ξέρει και που έχει σχέση με το θέμα της παραγράφου.
Τέλος, οι συνδετικές φράσεις ή προτάσεις λειτουργούν στο να συνδέουν δυο ή και περισσότερες παραγράφους μεταξύ τους.

5. Γενικοί κανόνες για τον αποδεικτικό λόγο

               Είδαμε διάφορους κανόνες για τον αποδεικτικό λόγο και θα δούμε και άλλους. Ας τονίσουμε εδώ δυο γενικούς κανόνες που δεν πρέπει να τους ξεχνάμε:
1) Φροντίζουμε, όπως και στα περιγραφικά και αφηγηματικά κείμενα, να μας κατανοεί ο αναγνώστης μας.
Αυτό σημαίνει ότι ό,τι διατυπώνουμε, το διατυπώνουμε σύμφωνα με τους κανόνες της Γραμματικής για τις λέξεις, με τους κανόνες του γνωστού μας σχολικού Συντακτικού για τις προτάσεις και τις περιόδους και με τους κανόνες για την Έκφραση.
Σημαίνει βέβαια και άλλα πράγματα, όπως λόγου χάρη ότι δεν βάζουμε σε μια παράγραφό μας πολλά «διάφορα», θέμα που θα το συζητήσουμε περισσότερο παρακάτω .
2) Την αποδεικτική παράγραφο και το αποδεικτικό κείμενο το συντάσσουμε με ορθολογισμό.
               Αυτό σημαίνει ότι δεν γράφουμε καμιά παράγραφο με οδηγό το συναίσθημα. Όπως ακριβώς στα μαθηματικά.

6. Οι μέθοδοι σύνταξης της αποδεικτικής παραγράφου.

               Για τη σύνταξη (για τη δόμηση, την ανάπτυξη, την οργάνωση, την κατασκευή ) της αποδεικτικής παραγράφου δεν υπάρχουν πολλές μέθοδοι. Υπάρχει μόνο μια: η μέθοδος με συλλογισμό [1], με ένα δηλαδή από τα είδη συλλογισμού.
               Άλλη παράγραφο τη συντάσσουμε με αυτό το είδος συλλογισμού, άλλη με το άλλο είδος (άλλη με κατηγορικό συλλογισμό, άλλη με ενθύμημα, άλλη με κλειστό επιχείρημα, άλλη με διαζευκτικό συλλογισμό, άλλη με υποθετικό συλλογισμό , άλλη τέλος με επαγωγικό συλλογισμό, πχ με αναλογία).
               Μέσα όμως στον συλλογισμό (για να καταρτίσουμε δηλαδή τον συλλογισμό), βάζουμε διάφορα στοιχεία, όπως: παραδείγματα, αιτιολογήσεις, αίτια και αποτελέσματα, συγκρίσεις και αντιθέσεις, στοιχεία τέλος που βρίσκουμε από μια διαίρεση.
               Έτσι τελικά μπορούμε να πούμε ότι, μια αποδεικτική παράγραφο τη συντάσσουμε (τη δομούμε, την αναπτύσσουμε, την οργανώνουμε, την κατασκευάζουμε) με ένα από τα είδη του συλλογισμού και ότι ο συλλογισμός που θα βάλουμε σ’ αυτήν  περιέχει μέσα στις προτάσεις του δύο στοιχεία: το πρώτο είναι το συμπέρασμα που αν το βάλουμε στην αρχή του το ονομάζουμε θεματική πρόταση, και το δεύτερο στοιχείο είναι ή παραδείγματα, ή αιτιολογήσεις, ή συγκρίσεις και αντιθέσεις, ή αίτια και αποτελέσματα, ή διαίρεση, ή και δυο και τρία από αυτά τα στοιχεία.

7. Θεματική πρόταση, συμπέρασμα, κατακλείδα, αποδεικτικές προτάσεις

Η θεματική πρόταση, η γνώμη, ο ισχυρισμός, η άποψη δηλαδή που γράφουμε μ’ αυτήν, είναι ένα συμπέρασμα στο οποίο έχουμε καταλήξει προτού αρχίσουμε να γράφουμε την παράγραφό μας. Πχ ελέγχοντας την ιστορία καταλήξαμε ότι «βία υπήρχε πάντα». Το συμπέρασμά μας αυτό (βία υπήρχε πάντα) το γράφουμε τώρα ως θεματική πρόταση και με αυτήν ξεκινάμε την παράγραφό μας.
Άλλες φορές σε μια παράγραφό μας γράφουμε πρώτα τις αποδεικτικές και μετά καταλήγουμε σε ένα συμπέρασμα. Τώρα, ουσιαστικά, η θεματική μας πρόταση είναι στο τέλος της παραγράφου γραμμένη ως συμπέρασμα, ως κατακλείδα.
Η θεματική δηλαδή πρόταση, είναι συμπέρασμα. Με τη λέξη εξάλλου κατακλείδα εννοούμε το συμπέρασμα όταν αυτό το γράφουμε στο τέλος της παραγράφου.
Θεματική πρόταση, συμπέρασμα, κατακλείδα από άποψη ουσίας είναι το ίδιο πράγμα: είναι συμπέρασμα.
Όμως και οι αποδεικτικές που γράφουμε στην παράγραφο τις περισσότερες φορές είναι η κάθε μια τους ένα συμπέρασμα. Πχ ανασκοπώντας την ιστορία καταλήξαμε στα συμπεράσματα ότι η βία υπήρχε στην αρχαιότητα με τη μορφή της δουλείας, στον μεσαίωνα με τη μορφή της Ιεράς εξέτασης, στη νεότερη εποχή με τη μορφή της αποικιοκρατίας, του ιμπεριαλισμού, του ναζισμού . . του σταλινισμού. Τα συμπεράσματα τώρα αυτά, τα χρησιμοποιούμε ως αποδεικτικές προτάσεις για να αποδείξουμε ότι η βία υπήρχε πάντα.
Όπως λοιπόν προσέχουμε να είναι σωστή η θεματική μας πρόταση (η γνώμη, η άποψη, ο ισχυρισμός) που θα γράψουμε στην αρχή μιας παραγράφου ως θεματική πρόταση,  όπως προσέχουμε να είναι σωστό το συμπέρασμα/ κατακλείδα που θα γράψουμε στο τέλος μιας παραγράφου, το ίδιο προσέχουμε να είναι σωστές και οι αποδεικτικές μας προτάσεις. Αν εξάλλου οι αποδεικτικές μας δεν είναι σωστές, τότε και το συμπέρασμά μας θα είναι λανθασμένο.

8. Κύριες, βοηθητικές και ρητορικές θεματικές προτάσεις

               Τις θεματικές προτάσεις τις χωρίζουμε σε τρεις κατηγορίες, σε βοηθητικές, σε κύριες  και σε ρητορικές θεματικές προτάσεις.
               Βοηθητικές είναι αυτές που μας βοηθάνε να έρθουμε σε μια νέα παράγραφο. Αυτές τις λέμε και συνδετικές προτάσεις. Πχ «ας δούμε τώρα σε τι οφείλεται η βία», «ας ανακεφαλαιώσουμε τώρα τα συμπεράσματα που βγάλαμε στις προηγούμενες παραγράφους μας», κτλ.
               Κύριες είναι όσες γεννάν απορία στον αναγνώστη εάν είναι αληθείς ή ψευδείς, εάν δηλαδή ανταποκρίνονται ή όχι στην πραγματικότητα, και περιμένει να δει τα επιχειρήματα μας για να πειστεί αν έχουμε δίκαιο ή όχι [2] ( πχ: «σε κάθε τρίγωνο απέναντι από ίσες πλευρές βρίσκονται ίσες γωνίες», «βία υπήρχε πάντα», «η βία οφείλεται σε πολλές αιτίες», , «το βέβαιο είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες αγαπούσαν το άλογο περισσότερο από κάθε άλλο ζώο», «ο τύπος ελέγχει και οδηγεί και το λαό να ελέγχει» κτλ).
               Ρητορικές είναι όσες φαίνονται σαν κύριες, αλλά ο αναγνώστης τους δεν ενδιαφέρεται να πειστεί αν είναι αληθείς ή λιγότερο αληθείς. Περισσότερο τον ενδιαφέρει να δει τα όσα παραπέρα έχουνε να του πουν οι συγγραφείς. Τις ρητορικές τις βρίσκουμε σε διαφόρων ειδών κείμενα, και ιδιαίτερα στα λογοτεχνικά. Βοηθάν τον λογοτέχνη συγγραφέα να μας αφηγηθεί κάτι, ή να μας περιγράψει κάτι
               Θα δούμε στο επόμενο υποκεφάλαιο κείμενα από λογοτέχνες με τέτοιες ρητορικές θεματικές προτάσεις. 


[1] Ο Αριστοτέλης είπε στα Αναλυτικά του : «έστι δε απόδειξις συλλογισμός τις».